Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Θα βάλω σ’ ευθείες το φως

Θα  βάλω σ’ ευθείες το φως




 «Δυο κόσμοι διαφορετικοί
από το κόσμο τον άτυχο,  τον δύσβατο
προτίμησες το άδικο
και τ' εσφαλμένο ίσως»

Τα λόγια, τα  κείμενο, οι διαδρομές, ως κίνηση,  έχουν  διαφορετικές αφετηρίες,   πολλούς  παραλήπτες και περισσότερους προορισμούς.
Οι αφετηρίες, είναι το άτομο, το εγώ μας- από το μέσα μας βλέπουμε-, η κοινωνία,  ο τρόπος κοιτάγματος του κόσμου.
Οι παραλήπτες, εγώ, εσύ, η κοινωνία, παλιοί  και  νέοι σύντροφοι και αγωνιστές της ζωής.
Οι προορισμοί είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, προσωπικό, κοινωνικό, οικουμενικό.

Ζούμε, καθένας με δικό του τρόπο, σε δυό κόσμους ταυτόχρονα, τον πραγματικό και έναν δημιουργημένο από τη φαντασία ή από μια συνωμοτική συμφωνία μας με την πραγματικότητα (που μας επιτρέπει παρόμοιες παρεκτροπές για να κάνει πιο ανθεκτική την παρουσία της), τον οποίο επιλέγουμε με βάση το γούστο και, κυρίως, την ανάγκη μας και προπάντων τα «εφηβηκά» αισθήματα μας – αυτά τα αμόλυντα . Όταν σφίγγουν επικίνδυνα τα γύρω αναχωρούμε προς τα κει.
Αν κάποια φορά μας καλέσουν να περιγράψουμε το βίο μας με εικόνες και κάνουμε αίφνης μια σύντομη αναδρομή, θα διαπιστώσουμε πως είναι σαν το παλιό παιδικό παιχνίδι, το πανόραμα, που, όταν έστριβες τη μικρή λαβή, κινούνταν οι εικόνες, συχνά ασυνάρτητες, και σου έδιναν την εντύπωση της αδιάκοπης εναλλαγής.

Οι ποιητές έχουν ένα διαρκές πάρε δώσε με την αναχώρηση.
 Αποδρούν στη φαντασία τους, επιστρέφουν στην πραγματικότητα προς αναβάπτιση με δόσεις καθημερινότητας και ξαναφεύγουν για να την αναπλάσουν.
 Η σιωπή είναι γι’ αυτούς μια δημιουργία, δεν είναι μοναξιά.

«Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.»
(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Εμείς οι άλλοι, διακόπτουμε την αναχώρηση στη μέση είτε γιατί θα χτυπήσει το τηλέφωνο, είτε γιατί έχουμε ανειλημμένες υποχρεώσεις, να βγει  το μεροκάματο είτε γιατί κάτι φωνάζει η στενοχώρια ή η καθημερινότητα  μας, είτε γιατί… όλα αυτά που δεν μας κάνουν ποιητές.
Είναι ωστόσο και αναγκαίο και ωραίο να κατασκευάζεις αυτόν τον κόσμο της υπέρβασης, και να τον κουβαλάς μαζί σου, αδιάκοπα, ώστε να τρυπώνεις κάθε φορά που σε φορτώνουν αφόρητα τα πραγματικά.

Από εκεί βγαίνουν τα παραμύθια και η παραμυθία, από κει βγαίνουν έρωτες, τραγούδια, εικόνες, λεπτουργίες, από κει και πεποιθήσεις.
Έτσι που εν τέλει η ζωή μας, ακόμα κι αν δεν γίνουμε ποιητές, να είναι μια μείξη του καθημερινού πραγματικού μας κόσμου, της αγωνίας, κι εκείνου που δημιουργούμε και καταφεύγουμε, της προσδοκίας.

Ακόμα κι η πολιτική μας ένταξη και συμμετοχή έχει κάτι από αυτό το λίγο μυστηριακό παιχνίδι.
Είναι μια ομορφιά. Ότι προσδίδει στο καθημερινό την αίγλη του μελλοντικού.

 Μονάχα, να, καμμιά φορά χανόμαστε, μετατρέπουμε αυτόν τον δικό μας κόσμο σε παράλληλο, που σημαίνει πως δεν συναντιέται (τουλάχιστον πριν το άπειρο) με τον πραγματικό.
Κι αυτό που ακόμα και για τους ποιητές δεν είναι ωραίο είναι θανάσιμα επικίνδυνο για την πολιτική.

Δηλαδή, εκεί που μαζί με τη φαντασία απαιτείται και η αίσθηση της πραγματικότητας.
Όπου, δεν φτάνει η επιθυμία μόνη αλλά και η συζυγία με το ρεαλισμό.
Πως το λέγανε παλιά;
Να μην παίρνεις την επιθυμία σου για πραγματικότητα!.
…αλλά τελικά…

«Δύο κόσμοι διαφορετικοί
δύο κόσμοι αντίθετοι
πότε συνεργάζονται
πότε συγκρούονται
μα σ’ έναν μόνο
θ’ ανήκεις
σ’ έναν

θα χτυπάει η καρδιά σου.»

1 σχόλιο:

  1. Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙ,ΑΥΤΟΥΣ ΜΙΑ ΔΙΜΗΟΥΡΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ ,, ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΗΓΜΗ ΘΑ ΚΤΥΠΗΣΕΙ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ ,,,,,, ΤΗ ΛΕΤΕ ; ΜΥΛΑΩ ΣΩΣΤΑ ,

    ΑπάντησηΔιαγραφή