Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Κλιματική Αλλαγή: Είμαστε όλοι υπεύθυνοι;

Κλιματική Αλλαγή: Είμαστε όλοι υπεύθυνοι;


 Christophe Bonneuil

Η εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων έχει σημάνει την έλευση μιας νέας γεωλογικής εποχής. Πρόκειται για κατόρθωμα των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών και των ελίτ τους, οι οποίες έχουν θεμελιώσει την υπεροχή τους πάνω σε οικολογικά άνισες ανταλλαγές.

Ανθρωπόκαινο: ο όρος περιγράφει μια νέα περίοδο στην ιστορία της Γης, η οποία ανοίγει με μια ανθρωπότητα που έχει μετατραπεί σε υποχθόνια δύναμη (1). Το σημείο αφετηρίας της νέας γεωϊστορικής εποχής παραμένει αμφισβητήσιμο. Η κατάκτηση και η γενοκτονία της Αμερικής; Η γέννηση του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο οποίος στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα; Η ατομική βόμβα και η «μεγάλη επιτάχυνση» από το 1945 και μετά; Τουλάχιστον, όμως, υπάρχει μια διαπίστωση που βρίσκει σύμφωνους όλους τους επιστήμονες: πολύ περισσότερο από μια περιβαλλοντική κρίση, ζούμε μία γεωλογική ανατροπή, της οποίας τα προηγούμενα -η πέμπτη κρίση εξαφάνισης, πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, ή το κλιματικό βέλτιστο του Μειόκαινου, πριν από 15 εκατομμύρια χρόνια- συναντώνται σε εποχές πριν από την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους. Κάτι που συνεπάγεται μια ριζικά νέα κατάσταση: τις επόμενες δεκαετίες, η ανθρωπότητα θα πρέπει να αντεπεξέλθει σε σημεία ισορροπίας του συστήματος Γη με τα οποία δεν έχει έρθει ποτέ αντιμέτωπη.

Το Ανθρωπόκαινο σηματοδοτεί, επίσης, τη διάψευση μιας από τις υποσχέσεις της νεωτερικότητας, η οποία επεδίωκε να αποκολλήσει την ιστορία από τη φύση, να ελευθερώσει το ανθρώπινο πεπρωμένο από οποιονδήποτε φυσικό ντετερμινισμό. Από την άποψη αυτή, οι απορρυθμίσεις που έχει υποστεί η Γη είναι κόλαφος για τις ζωές μας. Μας επαναφέρουν στην πραγματικότητα των χιλίων δεσμών ένταξης και ανάδρασης που συνδέουν τις κοινωνίες μας με τις πολύπλοκες διαδικασίες ενός πλανήτη που δεν είναι ούτε σταθερός ούτε διαχωρισμένος από εμάς ούτε ανεξάντλητος (2). Ξεριζώνοντας και πετώντας στον δρόμο δεκάδες εκατομμύρια πρόσφυγες (22 εκατομμύρια σήμερα, 250 εκατομμύρια το 2050, σύμφωνα με επίσημες προβλέψεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών), οξύνοντας την κοινωνική αδικία και τις γεωπολιτικές εντάσεις (3), η κλιματική απορρύθμιση υποθηκεύει κάθε προοπτική ενός πιο δίκαιου και αλληλέγγυου κόσμου, μιας καλύτερης ζωής για τους πολλούς. Και έτσι, οι εύθραυστες κατακτήσεις της δημοκρατίας και των ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων θα μπορούσαν να εκμηδενιστούν.

Η λογική της συσσώρευσης έχει εξαντλήσει το σύνολο της δυναμικής μετασχηματισμού της Γης

Αλλά ποιος είναι ο «άνθρωπος», που βρίσκεται στο επίκεντρο του Ανθρωπόκαινου, αυτού του αληθινού εκτροχιασμού της γεωλογικής πορείας της Γης; Μήπως ένα αδιαφοροποίητο «ανθρώπινο είδος», με κοινό παρονομαστή τη βιολογία και τον άνθρακα, που είναι, επομένως, ομοιόμορφα υπεύθυνο για την κρίση; Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με την αποσιώπηση της ακραίας διαφοροποίησης των επιπτώσεων, της εξουσίας και των ευθυνών μεταξύ των λαών, των τάξεων και των φύλων. Κατά τη διάρκεια της Ανθρωπόκαινου εποχής της Γης υπήρξαν θύματα και φωνές αντίστασης και από εκεί, ίσως, αξίζει να πιάσει κανείς το νήμα.
Για να είμαστε ειλικρινείς, μέχρι πρόσφατα το Ανθρωπόκαινο ήταν Δυτικόκαινο! Το 1900, η Βόρεια Αμερική και η Δυτική Ευρώπη ήταν υπεύθυνες για την εκπομπή ποσοστού μεγαλύτερου από το 80% των αερίων θερμοκηπίου από το 1750. Παρ’ όλο που ο ανθρώπινος πληθυσμός δεκαπλασιάστηκε μέσα σε τρεις αιώνες, πόσο διαφορετικές ήταν οι επιπτώσεις που προκάλεσαν οι διάφορες ομάδες ανθρώπων! Οι φυλές των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών που απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις υφιστάμενες ανατροπές. Ένας ευκατάστατος Βορειοαμερικανός είναι υπεύθυνος, στο διάστημα της ζωής του, για την εκπομπή χιλιαπλάσιας ποσότητας αερίων του θερμοκηπίου από ό,τι ένας φτωχός Αφρικανός (4).

Ενώ ο πληθυσμός δεκαπλασιαζόταν, το κεφάλαιο εκατονταπλασιαζόταν. Παρά τους καταστροφικούς πολέμους, το κεφάλαιο πολλαπλασιάστηκε επί 134 μεταξύ 1700 και 2008 (5). Αυτή η λογική συσσώρευσης δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική μετασχηματισμού της Γης; Επομένως, το Ανθρωπόκαινο θα άξιζε τον πιο ακριβή χαρακτηρισμό «Κεφαλαιόκαινο». Πρόκειται, άλλωστε, για την κεντρική θέση των πρόσφατων έργων του κοινωνιολόγου Τζέισον Μουρ και του ιστορικού Αντρέας Μαλμ (6).

Εδώ και δύο αιώνες, το μοντέλο βιομηχανικής ανάπτυξης που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα έχει εκτροχιάσει τη γεωλογική πορεία του πλανήτη μας και, ταυτόχρονα, έχει διευρύνει τις ανισότητες. Το 1820, στο 20% των φτωχότερων αντιστοιχούσε το 4,7% του παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ, το 1992, το αντίστοιχο ποσοστό εισοδήματος ήταν 2,2% (7). Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ιστορίας των ανισοτήτων και της ιστορίας της πλανητικής οικολογικής υποβάθμισης κατά το Ανθρωπόκαινο; Όχι, απαντούν οι οπαδοί του «πράσινου καπιταλισμού», οι οποίοι επαναφέρουν την παλιά γνωστή ρητορική του «win-win» μεταξύ αγοράς, ανάπτυξης, κοινωνικής δικαιοσύνης και περιβάλλοντος. Ωστόσο, πολλές πρόσφατες διεπιστημονικές μελέτες, στα πεδία της ιστορίας και των επιστημών του συστήματος Γη, αναδεικνύουν συνάφειες μεταξύ των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, των περιβαλλοντικών αδικιών και των οικολογικών απορρυθμίσεων που έχουν πια λάβει γεωλογικές διαστάσεις.

Παρόλο που κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα μεταβάλλει το περιβάλλον, οι επιπτώσεις είναι άνισα κατανεμημένες. Έτσι, 90 εταιρείες είναι, από μόνες τους, υπεύθυνες για πάνω από το 63% της παγκόσμιας εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου από το 1850 μέχρι και σήμερα (8). Τα κράτη που ευθύνονται για τις μεγαλύτερες εκπομπές είναι, ιστορικά, οι χώρες του «κέντρου», οι χώρες που κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία. Ήταν, πρώτα απ’όλα, το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, κατά τη βικτωριανή εποχή, στον 19οαιώνα, παρήγαγε το ήμισυ της παγκόσμιας ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα και πρωτοστατούσε στην αποικιοποίηση του πλανήτη. Ήταν, στη συνέχεια, από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε κατά μέτωπο ανταγωνισμό με τις χώρες που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, όπου το σύστημα δεν ήταν λιγότερο καταστροφικό. Είναι, όλο και περισσότερο, η Κίνα, η οποία ευθύνεται σήμερα για την εκπομπή μεγαλύτερων ποσοτήτων αερίων του θερμοκηπίου από ό,τι ΗΠΑ και Ευρώπη μαζί. Το Πεκίνο έχει εμπλακεί σε οικονομικό ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος περνά, βραχυπρόθεσμα, μέσα από την επιδρομή στις πηγές ορυκτών καυσίμων και, μεσοπρόθεσμα, μέσα από τα πληροφορικά συστήματα, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και τις «πράσινες» τεχνολογίες. Με δεδομένη αυτή την ιστορική πραγματικότητα, μπορούν, άραγε, να περιοριστούν οι απορρυθμίσεις του πλανήτη χωρίς να αμφισβητηθεί η κούρσα οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος;

Εμβαθύνοντας, η κατάκτηση της οικονομικής ηγεμονίας από τα έθνη-κράτη του «κέντρου» (9) είχε ως αποτέλεσμα την υπεροχή των καπιταλιστικών ελίτ τους, καθώς και την εξαγορά της εσωτερικής κοινωνικής ειρήνης χάρη στην ενσωμάτωση των κυριαρχούμενων τάξεων στην κοινωνία της κατανάλωσης. Κάτι τέτοιο, όμως, έγινε δυνατό μόνο με τίμημα την οικολογική υπερχρέωση, δηλαδή μέσω οικολογικά άνισων ανταλλαγών με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη. Ενώ η μαρξιστική έννοια της «άνισης ανταλλαγής» περιέγραφε την επιδείνωση των όρων των εμπορικών ανταλλαγών (ουσιαστικά, το ύψος των εισαγωγών που οι εξαγωγές χρηματοδοτούν) μεταξύ περιφέρειας και κέντρου, υπολογισμένη σε ποσότητα εργασίας, με τον όρο «οικολογικά άνιση ανταλλαγή» υποδηλώνεται η ασυμμετρία που δημιουργείται όταν η περιφέρεια ή οι κυριαρχούμενες περιοχές του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος εξάγουν προϊόντα υψηλής οικολογικής αξίας και εισάγουν προϊόντα χαμηλότερης οικολογικής αξίας, ακόμη και επιβλαβή προϊόντα (απόβλητα, αέρια του θερμοκηπίου…). Αυτή η οικολογική αξία μπορεί να υπολογιστεί σε εκτάρια που είναι απαραίτητα για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, μέσω του δείκτη «οικολογικού αποτυπώματος» (10), είτε σε ποσότητα ενέργειας υψηλής ποιότητας ή πρώτων υλών (βιομάζα, ορυκτά, νερό κτλ.) που είναι ενσωματωμένη στις διεθνείς ανταλλαγές προϊόντων ή, ακόμη, σε απόβλητα και επιβλαβείς ουσίες άνισα κατανεμημένες.

Ο συγκεκριμένος τρόπος ανάλυσης των παγκόσμιων οικονομικών συναλλαγών επιτρέπει, εδώ και κάποια χρόνια, μια καινούρια ματιά στους μεταβολισμούς των κοινωνιών μας και στην ιστορική διαδοχή διαφόρων «παγκόσμιων οικολογικών μοντέλων» (Jason W. Moore), σε αντιστοιχία με τα «παγκόσμια οικονομικά μοντέλα» του ιστορικού Φερνάν Μπροντέλ. Κάθε μοντέλο χαρακτηρίζεται, ανάλογα με την περίοδο, από μια ιδιαίτερη (ασύμμετρη) οργάνωση των ροών των πρώτων υλών, της ενέργειας και των θετικών ή αρνητικών οικολογικών συνεπειών.

Η λαιμαργία για ενέργεια της «χρυσής τριακονταετίας»

Ο ιστορικός Κένεθ Πόμεραντς κατέδειξε τον ρόλο της οικολογικά άνισης ανταλλαγής κατά την είσοδο του Ηνωμένου Βασιλείου στη βιομηχανική εποχή (11). Η κατάκτηση της Αμερικής και ο έλεγχος του τριγωνικού εμπορίου επέτρεψαν την πρωταρχική συσσώρευση στην Ευρώπη. Τους καρπούς της διαδικασίας αυτής έδρεψαν κατά κύριο λόγο οι Βρετανοί, τον 18ο αιώνα, λόγω της ναυτικής υπεροχής τους, η οποία τους προσέφερε πρόσβαση στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους του υπόλοιπου κόσμου, που ήταν απαραίτητοι για τη βιομηχανική τους ανάπτυξη. Τα εργατικά χέρια των δούλων που καλλιεργούσαν τη ζάχαρη -και κάλυπταν, έτσι, το 4% των διατροφικών αναγκών των Βρετανών το 1800- ή το βαμβάκι για τα εργοστάσιά τους, το μαλλί, το ξύλο, το λίπασμα γκουάνο, το σιτάρι και το κρέας. Στα μέσα του 19ου αιώνα, τα εκτάρια που καλλιεργούνταν στις αποικίες της αυτοκρατορίας ήταν πολύ περισσότερα από τη γεωργικά ενεργή επιφάνεια της μητροπολιτικής Βρετανίας. Η ανταλλαγή ήταν άνιση καθώς, το 1850, ανταλλάσσοντας 1.000 λίβρες υφάσματος που παράχθηκε στο Μάντσεστερ με 1.000 λίβρες ακατέργαστο αμερικανικό βαμβάκι, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ευνοημένο κατά 46% σε όρους ενσωματωμένης εργασίας (άνιση ανταλλαγή) και 6.000% σε όρους ενσωματωμένων εκταρίων (οικολογικά άνιση ανταλλαγή) (12). Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο απελευθέρωνε τη μητροπολιτική Βρετανία από ένα περιβαλλοντικό φορτίο και η ιδιοποίηση των εργατικών χεριών και των οικοσυστημάτων της περιφέρειας καθιστούσε δυνατό τον μετασχηματισμό της μητρόπολης σε βιομηχανική οικονομία.

Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον 20ό αιώνα, η ισχυρή ανάπτυξη της μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας» χαρακτηρίζεται από τη λαιμαργία της για ενέργεια και από το ισχυρό αποτύπωμά της σε άνθρακα. Ενώ στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα χρειαζόταν ετήσια αύξηση 1,7% στην κατανάλωση ενέργειας από ορυκτά καύσιμα για να επιτευχθεί παγκόσμια ανάπτυξη 2,1% τον χρόνο, μεταξύ 1945 και 1973 χρειαζόταν 4,5% αύξηση στην αντίστοιχη ενεργειακή κατανάλωση για ετήσια οικονομική ανάπτυξη 4,18%. Η ίδια απώλεια αποτελεσματικότητας αγγίζει και τις υπόλοιπες ορυκτές πρώτες ύλες: ενώ μεταξύ 1950 και 1970 το παγκόσμιο ΑΕΠ πολλαπλασιάστηκε επί 2,6, η κατανάλωση μεταλλευμάτων και ορυκτών για βιομηχανική χρήση πολλαπλασιάστηκε επί 3 και η κατανάλωση των οικοδομικών υλικών σχεδόν επί 3. Έτσι, το παγκόσμιο ανθρωπογενές οικολογικό αποτύπωμα εκτινάχθηκε από το 63% της βιοπαραγωγικής ικανότητας της Γης, το 1961, σε πάνω από 100% στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Με άλλα λόγια, από εκείνη την εποχή και μετά, υπερβαίνουμε την ικανότητα του πλανήτη να παράγει τους πόρους που έχουμε ανάγκη και να απορροφά τα απόβλητα που αφήνουμε πίσω μας.

Η κούρσα των εξοπλισμών, του Διαστήματος, της παραγωγής, αλλά και της κατανάλωσης, στην οποία επιδόθηκαν το δυτικό και το ανατολικό μπλοκ κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, απαίτησε την εκμετάλλευση φυσικών και ανθρώπινων πόρων σε γιγαντιαία κλίμακα. Με μια σημαντική διαφορά: το κομμουνιστικό στρατόπεδο εκμεταλλευόταν και υποβάθμιζε κυρίως το δικό του περιβάλλον (με τις ανταλλαγές πρώτων υλών με το εξωτερικό να είναι σχεδόν ισοσκελισμένες, αλλά και με πολλές εγχώριες οικολογικές καταστροφές), ενώ οι βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες της Δύσης θεμελίωναν την ανάπτυξή τους πάνω σε μια μαζικής κλίμακας αποστράγγιση των ορυκτών και ανανεώσιμων πλουτοπαραγωγικών πόρων (με ετήσιες εισαγωγές πρώτων υλών που ξεπερνούσαν τις αντίστοιχες εξαγωγές κατά 299 δισεκατομμύρια τόνους το 1950, διαφορά που εκτινάχθηκε στα 1,282 τρισεκατομμύρια τόνους το 1970) (13). Αυτοί οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι προέρχονταν από τον υπόλοιπο μη κομμουνιστικό κόσμο, ο οποίος απογυμνώθηκε από τις πρώτες ύλες του και την υψηλής ποιότητας ενέργεια.
Η αποστράγγιση υπήρξε οικονομικά άνιση, με 20% επιδείνωση των όρων εμπορίου σε βάρος των «αναπτυσσόμενων χωρών» που εξήγαν ακατέργαστα προϊόντα μεταξύ 1950 και 1972. Υπήρξε, όμως, και οικολογικά άνιση. Προς το 1973, όταν το οικολογικό αποτύπωμα Κίνας και ΕΣΣΔ έφτανε το 100% της εγχώριας βιοπαραγωγικής ικανότητάς τους, το οικολογικό αποτύπωμα των Ηνωμένων Πολιτειών βρισκόταν ήδη στο 176%, του Ηνωμένου Βασιλείου στο 377%, της Γαλλίας στο 141%, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στο 292% και της Ιαπωνίας στο 576%, ενώ πολλές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής παρέμεναν κάτω από το 50% (14).

Γίνεται αντιληπτό ότι ο κινητήρας της «μεγάλης επιτάχυνσης» της συγκεκριμένης περιόδου υπήρξε η απίθανη οικολογική υπερχρέωση των δυτικών βιομηχανικών χωρών, οι οποίες, τελικά, επικρατούν στη μάχη με το κομμουνιστικό σύστημα και μεταβαίνουν σε ένα βαθιά μη βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο, ενώ η μαζικής κλίμακας παραγωγή αποβλήτων και εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου συνεπάγεται ουσιαστικά την ιδιοποίηση των επανορθωτικών λειτουργιών των οικοσυστημάτων του υπόλοιπου πλανήτη. Η ιδιοποίηση αυτή δημιουργεί χάσμα μεταξύ των εθνικών οικονομιών που παράγουν πολύ πλούτο χωρίς να υποβάλλουν τα εδάφη τους σε υπερβολικές πιέσεις και άλλων χωρών, όπου το οικονομικό μοντέλο που κυριαρχεί προκαλεί σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Σήμερα, μια οικολογικά άνιση ανταλλαγή εξελίσσεται μεταξύ όσων -κρατών και ολιγαρχίας του πλουσιότερου 5% του πλανήτη- επιμένουν να θεμελιώνουν την οικονομική ισχύ τους και την κοινωνική ειρήνη σε κατά κεφαλήν εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σαφώς μεγαλύτερες από τον παγκόσμιο μέσο όρο και, από την άλλη πλευρά, των περιοχών (κυρίως νησιωτικών, τροπικών και παράκτιων) και των πληθυσμών (ουσιαστικά των φτωχότερων) που θα πληγούν περισσότερο από τις απορρυθμίσεις του κλίματος. Επίσης, τα οικοσυστήματα -τα δάση- των περιοχών και των πληθυσμών αυτών συνεισφέρουν περισσότερο στην απάλυνση των επιπτώσεων από τις εκπομπές αποβλήτων των πλούσιων περιοχών και πληθυσμών. Και κάτι τέτοιο γίνεται δωρεάν -ένα οικολογικό χρέος απροσμέτρητα μεγαλύτερο από τα δημόσια χρέη- ή με χαμηλή αποζημίωση, μέσω μηχανισμών όπως ο Reducing Emissions from Deforestation and Forest Degradation (REDD) και άλλες αγορές περιβαλλοντικών αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες αποτελούν νέες μορφές άνισης ανταλλαγής.

Εναπόκειται στη γενιά μας και αποτελεί ευθύνη των ηγετών του πλανήτη να διακοπεί αυτή η καταστροφική και κοινωνικά άδικη πορεία. Διακυβεύεται, μακροπρόθεσμα, μια σοβαρότατη ανατροπή της πλανητικής γεωλογίας και, βραχυπρόθεσμα, η ζωή και η ασφάλεια εκατοντάδων εκατομμυρίων γυναικών και αντρών, από τις παράκτιες ζώνες μέχρι την καρδιά της Αφρικής, από τον Αμαζόνιο μέχρι το Μπανγκλαντές. Το γεγονός ότι τα βίαια φυσικά φαινόμενα πλήττουν ήδη με δριμύτητα τους πιο φτωχούς και τους λιγότερο υπεύθυνους για τις παρελθοντικές εκπομπές αερίων πληθυσμούς, αποτελεί κληρονομιά του Κεφαλαιόκαινου. Αλλά η επιλογή να προστεθούν ή όχι στον απολογισμό αυτόν επιπλέον δεκάδες εκατομμύρια κλιματικών προσφύγων, νέες βίαιες εκδηλώσεις της φύσης, βάσανα και αδικίες είναι δική μας ευθύνη.
Κάθε προσπάθεια που θα καθυστερούσε τον περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων και κάθε εκπομπή αερίων που μας οδηγεί στην υπέρβαση του ορίου των + 2°C (ακόμη και των + 1,5°C, σύμφωνα με ορισμένους κλιματολόγους), πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως αυτό που είναι: ενέργειες που πλήττουν την ασφάλεια του πλανήτη μας και προκαλούν θύματα και ανθρώπινη δυστυχία (15). Ακόμη κι αν οι αιτιώδεις συνάφειες και οι υπολογισμοί είναι περίπλοκοι, είναι ήδη γνωστό ότι σε κάθε γιγατόνο διοξειδίου του άνθρακα που υπερβαίνει τον «προϋπολογισμό + 2°C» αντιστοιχούν αρκετά επιπλέον εκατομμύρια κλιματικοί πρόσφυγες και θύματα. Επομένως, όπως έκαναν ο Κοντορσέ και ο αββάς Ρεϊνάλ για τη δουλεία, ας τολμήσουμε να το δηλώσουμε: αυτές οι ανεξέλεγκτες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αξίζουν τον χαρακτηρισμό «εγκλήματα».

Μετά τα, αποικιοκρατικά και ολοκληρωτικά, εγκλήματα της δουλείας, η έννοια της απαραβίαστης αξίας της ανθρώπινης ζωής απειλείται ξανά. Από εδώ και στο εξής, όπως επισημαίνει ο Νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου, άλλοτε στρατευμένος στη μάχη κατά του απαρτχάιντ, η μείωση του οικολογικού αποτυπώματός μας δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική αναγκαιότητα: «αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εποχή μας» (16). Είναι πλέον απαράδεκτο άτομα και επιχειρήσεις να πλουτίζουν από δραστηριότητες που έχουν εγκληματικές επιπτώσεις στο κλίμα. Ο Τούτου καλεί στην καταπολέμηση των αιτίων και των υπευθύνων για την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη, όπως είχε συμβεί με το απαρτχάιντ: με τα όπλα της ηθικής αποδοκιμασίας, του μποϊκοτάζ, της πολιτικής ανυπακοής, της απόσυρσης επενδύσεων και της καταστολής με βάση το διεθνές δίκαιο.

Να εξουδετερώσουμε τους δουλέμπορους του άνθρακα

Μήπως νικήσαμε τη δουλεία, πριν από δύο αιώνες, ζητώντας από τους αποικιοκράτες και τους ιδιοκτήτες δούλων να προτείνουν οι ίδιοι τον περιορισμό των ανθρώπινων όντων που μεταφέρονταν στις περιοχές που έλεγχαν; Θα είχαμε παραχωρήσει στους ιδιοκτήτες δούλων ποσοστώσεις στον αριθμό ανθρώπινων όντων που κατείχαν; Με την ίδια λογική, μπορούμε, σήμερα, να ελπίζουμε ότι θα σημειωθεί πρόοδος υπολογίζοντας στις εντελώς προαιρετικές δεσμεύσεις κρατών που έχουν εμπλακεί σε έναν αχαλίνωτο οικονομικό πόλεμο ή εναποθέτοντας το μέλλον του κλίματος στο αόρατο χέρι της αγοράς άνθρακα, μέσω της οικονομικής αποτίμησης και της ιδιωτικοποίησης της ατμόσφαιρας, των εδαφών και των δασών;
Δεν θα ήταν καλύτερα να αναζητηθούν οι δυνάμεις που είναι σε θέση να σταματήσουν την κλιματική απορρύθμιση στην εξέγερση των θυμάτων του καπιταλισμού των ορυκτών καυσίμων (Pacific climate warriors στην Ωκεανία, ακτιβιστές κατά των εξορύξεων, ενεργειακά επισφαλείς πληθυσμοί, κλιματικοί πρόσφυγες) και στην ηθική υπέρβαση όσων, στις πλούσιες χώρες, δεν θέλουν να είναι πια συμμέτοχοι και το δηλώνουν με διάφορες ενέργειες -λύσεις για διαφορετική και καλύτερη ζωή με λιγότερα, εκστρατείες για να υποχρεωθούν οι τράπεζες να αποσύρουν τις επενδύσεις τους από εταιρείες με δραστηριότητες που επιβαρύνουν το κλίμα, πιέσεις στις κυβερνήσεις για να περάσουν από τα λόγια στα έργα σε ζητήματα περιορισμού των εκπομπών (17), αντίσταση σε άχρηστα μεγάλα έργα;
Πρέπει, επίσης, να αναμένει κανείς την επιστροφή του πολιτικού θάρρους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι εάν ο Μπαρτολομέ ντε λας Κάσας, ο Κοντορσέ, ο Ζορές, ο Γκάντι ή η Ρόζα Παρκς ζούσαν σήμερα, η εξάλειψη των κλιματικών εγκλημάτων, η εξουδετέρωση των 90 δουλεμπόρων του άνθρακα και η έξοδος από το Κεφαλαιόκαινο θα ήταν η κορυφαία τους μάχη (18).

  1. Paul J. Crutzen, «Geology of mankind», Nature, τ. 415, ν.23, Λονδίνο, 3 Ιανουαρίου
  2. Christophe Bonneuil και Jean-Baptiste Fressoz, «L’Evénement anthropocène. La Terre, l’histoire et nous», Seuil, Παρίσι, 2013. Bruno Latour, «Face à Gaïa. Huit conférences sur le nouveau régime climatique», La Découverte, συλλ. «Les Empêcheurs de penser en rond», Παρίσι, 2015.
  3. Βλ. Agnès Sinaï, «Aux origines climatiques des conflits», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος
  4. David Satterthwaite, «The implications of population growth and urbanization for climate change», Environment & Urbanization, τ.21, ν.2, Thousand Oaks (Καλιφόρνια), Οκτώβριος
  5. Υπολογισμός σε σταθερές τιμές δολαρίου 1990 με βάση στοιχεία του Thomas Piketty, «Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα», Πόλις, 2014.
  6. Jason W. Moore, «Capitalism in the Web of Life: Ecology and the Accumulation of Capital», Verso, Λονδίνο, 2015. Andreas Malm, «Fossil Capital. The Rise of Steam Power and the Roots of Global Warming», Verso, Ιανουάριος
  7. François Bourguignon και Christian Morrisson, «Inequality among world citizens: 1820-1992», The American Economic Review, Νάσβιλ, τ.92, ν.4, Σεπτέμβριος
  8. Richard Heede, «Tracing anthropogenic carbon dioxide and methane emissions to fossil fuel and cement producers, 1854-2010», Climate Change, τ.122, ν.1, Βερολίνο, Ιανουάριος
  9. Immanuel Wallerstein, «Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας», Θύραθεν, 2009
  10. Για τη μεθοδολογία και τα πρόσφατα αποτελέσματα, βλ. www.org.
  11. Kenneth Pomeranz, «Une grande divergence. La Chine, l’Europe et la construction de l’économie mondiale», Albin Michel, συλλ. «L’évolution de l’humanité», Παρίσι, 2010.
  12. Alf Hornborg, «Global Ecology and Unequal Exchange. Fetishism in a Zero-Sum World», Routledge, Λονδίνο, 2011.
  13. Anke Schaffartzik και άλλοι, «The global metabolic transition: Regional patterns and trends of global material flows, 1950-2010», «Global Environmental Change», τ.26, Μάιος
  14. «National footprint accounts 1961-2010, 2012 edition», Global Footprint Network, 2014,footprintnetwork.org.
  15. Laurent Neyret (διευθ.), «Des écocrimes à l’écocide. Le droit pénal au secours de l’environnement», Bruylant, συλλ. «Droit(s) et développement durable», Βρυξέλλες, 2015. Valérie Cabanes, «Crime climatique et écocide: réformer le droit pénal international», στο Crime climatique stop ! L’appel de la société civile», Seuil,
  16. Desmond Tutu, «Nous avons combattu l’apartheid. Aujourd’hui, le changement climatique est notre ennemi à tous», στο Crime climatique stop!, οππρ.
  17. Βλ., για παράδειγμα, Andrea Barolini, «Une décision historique: un tribunal néerlandais impose à l’Etat d’agir contre le changement climatique», 25 Ιουνίου 2015, reporterre.net.
  18. Βλ. την αίτηση «Laissons les fossiles dans les sols pour en finir avec les crimes climatiques»,http://crimesclimatiquesstop.org.

ΕΤΣΙ ΣΩΘΗΚΕ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ ΟΖΟΝΤΟΣ
Tου Ferdinand Moeck*
[* Φοιτητής πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο Fribourg-en-Brisgau]

Πανδημία καρκίνου του δέρματος, κατεστραμμένο οικοσύστημα: αυτή θα ήταν η κατάσταση του πλανήτη εάν η μάχη κατά των χλωροφθορανθράκων (CFC) είχε χαθεί τη δεκαετία του 1980. Βρετανοί ερευνητές απέδειξαν πρόσφατα ότι, εάν ο συναγερμός που κήρυξαν οι επιστήμονες δεν είχε ακολουθηθεί από πολιτική αντίδραση, το στρώμα του όζοντος που περιβάλλει τον πλανήτη θα είχε ήδη χάσει περισσότερο από το 40% της πυκνότητάς του πάνω από τον Νότιο Πόλο και μια δεύτερη τρύπα θα είχε εμφανιστεί πάνω από τον Βόρειο Πόλο (1).
Απαραίτητο για τη ζωή στη Γη, το όζον που είναι συγκεντρωμένο στη στρατόσφαιρα εμποδίζει τις βλαβερές για ζώα και φυτά υπεριώδεις ακτίνες να φτάσουν στο έδαφος. Από τη δεκαετία του 1970, ερευνητές διαπιστώνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις των χλωροφθορανθράκων, χημικών ουσιών που μεταχειριζόταν ο άνθρωπος σε διάφορες σύγχρονες οικιακές χρήσεις (αερολύματα, ψυγεία, μονωτικοί αφροί). Η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών δημοσιεύει έκθεση, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, το 1976. Αρκετές χώρες απαγορεύουν τους χλωροφθοράνθρακες και, στις 22 Μαρτίου 1985, στη Βιέννη, υιοθετείται η Σύμβαση για την Προστασία του Στρώματος του Όζοντος. Η σύμβαση δεν περιλαμβάνει υποχρεωτικές διατάξεις. Προεξοφλώντας τη διεύρυνση των απαγορεύσεων, οι βιομηχανίες βρίσκουν υποκατάστατες χημικές ουσίες, όπως οι υδροχλωροφθοράνθρακες (HCFC) και οι υδροφθοράνθρακες (HFC).
Η έκταση του φαινομένου γίνεται πραγματικά αντιληπτή μετά τη συνταρακτική ανακάλυψη μιας «τρύπας» στο στρώμα του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική, το 1985 (2). Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος (Ozone-Depleting Substances-ODS), το οποίο υπογράφηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1987, δεσμεύει τα κράτη να μειώσουν και, στη συνέχεια, να απαγορεύσουν τη χρήση χλωροφθορανθράκων, δίνοντας διαφορετική προθεσμία σε κάθε χώρα, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής της. Οι διατάξεις, που σταδιακά ενισχύθηκαν μέσα από σειρά τροποποιήσεων, έχουν επιτρέψει πια την εξάλειψη της χρήσης ODS κατά 98%. Οι δύο αυτές συμβάσεις υπήρξαν οι πρώτες στην ιστορία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που επικυρώθηκαν από όλα τα κράτη μέλη του. Οι τελευταίες διεθνείς επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι, αφού συνέχισε να μειώνεται και, στη συνέχεια, σταθεροποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, το στρώμα του όζοντος αρχίζει να αποκαθίσταται (3). Με δεδομένη τη μεγάλη διάρκεια ζωής των ODS, το στρώμα του όζοντος αναμένεται να έχει επανέλθει στα επίπεδα του 1980 γύρω στο 2050. Μετά από δεκαπέντε επιπλέον χρόνια, η τρύπα του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική θα πρέπει να έχει εξαφανιστεί.
Μολονότι χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για τις διαπραγματεύσεις γύρω από την κλιματική αλλαγή, αυτό το προηγούμενο καθολικής αντίδρασης στο ύψος των περιστάσεων δεν είναι τέλειο. Ορισμένα υποκατάστατα προϊόντα, όπως οι HCFC, είναι αέρια που συμβάλλουν έντονα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και θα πρέπει, με τη σειρά τους, να πάψουν να χρησιμοποιούνται…

  1. M. P. Chipperfield και άλλοι, «Quantifying the ozone and ultraviolet benefits already achieved by the Montreal protocol», Nature Communications, τ.6, Λονδίνο, 26 Μαΐου
  2. C. Farman, B. G. Gardiner και J. D. Shanklin, «Large losses of total ozone in Antarctica reveal seasonal CIOx/NOx interaction», Nature, τ. 315, 16 Μαΐου 1985.
  3. «Scientific Assessment of Ozone Depletion : 2014», Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας –Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), 10 Σεπτεμβρίου 2014,http://ozone.unep.org.

Πηγή: Monde Diplomatique 

Οι κλιματικές αιτίες των διενέξεων

Οι κλιματικές αιτίες των διενέξεων



Δεδομένου ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να αμφισβητηθούν οι επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο κλίμα, οι ηγέτες του πλανήτη συναντιόνται στο Παρίσι, για την 21ηΣύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα (COP21). Ωστόσο, δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει σε ολόκληρη την έκτασή του το πρόβλημα, τη στιγμή ακριβώς που πολλαπλασιάζονται τα κλιματικά ατυχήματα. Για παράδειγμα, ενδέχεται οι κακές σοδειές στην Κίνα να έχουν υποδαυλίσει τις «αραβικές ανοίξεις».
Την περίοδο 2006–2011, η Συρία γνώρισε τη μεγαλύτερη διάρκεια ξηρασίας και τη μέγιστη απώλεια σοδειάς αγροτικών προϊόντων που καταγράφηκε ποτέ από την εποχή των πρώτων πολιτισμών που έκαναν την εμφάνισή τους σε αυτό που αποκλήθηκε «Γόνιμη Ημισέληνος» (1). Από τα 22 εκατομμύρια του πληθυσμού της χώρας, 1,5 εκατομμύριο άτομα (αγρότες, κτηνοτρόφοι και οι οικογένειές τους) επλήγησαν από την ερημοποίηση (2) κι εγκατέλειψαν μαζικά τη γη τους καταφεύγοντας στις πόλεις (3). Η έξοδος αύξησε τις εντάσεις που είχε ήδη πυροδοτήσει το κύμα των Ιρακινών προσφύγων που είχε καταφύγει εκεί μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, το 2003. Επί δεκαετίες, το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού είχε παραμελήσει τον φυσικό πλούτο της χώρας, είχε επιδοτήσει τις καλλιέργειες σίτου και βαμβακιού που χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού και είχε ενθαρρύνει αναποτελεσματικές τεχνικές άρδευσης. Η υπερβόσκηση κι οι δημογραφικές πιέσεις ενέτειναν αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, την περίοδο 2002 – 2008, οι υδάτινοι πόροι της χώρας είχαν μειωθεί κατά το ήμισυ.
Η κατάρρευση του γεωργικού συστήματος της Συρίας οφείλεται σε έναν πολύπλοκο συνδυασμό παραγόντων. Σε αυτούς συγκαταλέγονται και η κλιματική αλλαγή, η κακή διαχείριση των φυσικών πόρων και η δημογραφική δυναμική. Ο Φρανσέσκο Φέμια και η Κάιτλιν Γουέρελ από το Κέντρο για το Κλίμα και την Ασφάλεια, εκτιμούν ότι ο «συνδυασμός των οικονομικών, κοινωνικών, κλιματικών και περιβαλλοντικών αλλαγών διάβρωσε το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε συναφθεί ανάμεσα στους πολίτες και στην κυβέρνησή τους, λειτούργησε ως καταλύτης για τα κινήματα της αντιπολίτευσης και υπονόμευσε αμετάκλητα τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Άσαντ» (4). Κατά τη γνώμη τους, η εμφάνιση της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους και η εξάπλωσή της στη Συρία και στο Ιράκ οφείλονται εν μέρει στην ξηρασία. Κι αυτή η ξηρασία δεν εντάσσεται μονάχα στο πλαίσιο της φυσικής μεταβλητότητας του κλίματος. Πρόκειται για μια ανωμαλία: η επιθεώρηση της αμερικανικής Ακαδημίας των Επιστημών εκτιμά ότι «η αλλαγή του επιπέδου των βροχοπτώσεων στη Συρία συνδέεται με τη μέση αύξηση της στάθμης της θάλασσας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με τη μείωση της υγρασίας του εδάφους. Κανένα φυσικό αίτιο δεν περιλαμβάνεται σε αυτές τις τάσεις, ενώ η ξηρασία και η υπερθέρμανση επιβεβαιώνουν τα κλιματικά μοντέλα με τα οποία επιχειρείται η αντιμετώπιση της αύξησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου» (5).
Στην Ανατολική Κίνα, κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2010 – 2011, η απουσία βροχοπτώσεων, σε συνδυασμό με τις αμμοθύελλες, οδήγησε την κυβέρνηση του Γουέν Ζιαμπάο να εκτοξεύσει ρουκέτες προς τα σύννεφα, ελπίζοντας ότι θα πυροδοτήσει βροχές. Η ξηρασία είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις, οι οποίες ξεπέρασαν κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Πράγματι, η απώλεια της σοδειάς υποχρέωσε την Κίνα να αγοράσει σιτάρι από την παγκόσμια αγορά. Η εκτίναξη της τιμής του σιταριού που προκλήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, τροφοδότησε τη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων στην Αίγυπτο, τον μεγαλύτερο εισαγωγέα σιταριού διεθνώς. Εκεί, τα νοικοκυριά διαθέτουν συχνά περισσότερο από το ένα τρίτο του εισοδήματός τους για την αγορά τροφίμων. Ο διπλασιασμός της τιμής του σιταριού –η οποία πέρασε από 157 δολάρια ανά τόνο το 2010, στα 326 δολάρια τον Φεβρουάριο του 2011- έγινε ιδιαίτερα αισθητός σε αυτήν τη χώρα που εξαρτάται ιδιαίτερα από τις εισαγωγές ειδών διατροφής. Η τιμή του ψωμιού τριπλασιάστηκε, γεγονός το οποίο αύξησε τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο αυταρχικό καθεστώς του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ.
Την ίδια περίοδο, οι σοδειές σιταριού, σόγιας και καλαμποκιού στο νότιο ημισφαίριο επλήγησαν από τη Νίνια, ένα σοβαρό κλιματικό φαινόμενο που πυροδότησε ξηρασία στην Αργεντινή και κατακλυσμιαίες βροχές στην Αυστραλία. Σε ένα άρθρο τους στην επιθεώρηση Nature, οι Σόλομον Χσιάνγκ, Κάιλ Μενγκ και Μαρκ Κέιν απέδειξαν ότι υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στους εμφυλίους πολέμους και στο φαινόμενο της Νότιας Διακύμανσης του Ελ Νίνιο (ENSO), το οποίο, κάθε τρία έως έξι χρόνια, προκαλεί συσσώρευση θερμών θαλασσίων μαζών κατά μήκος των ακτών του Ισημερινού και του Περού, καθώς επίσης και αναστροφή των αληγών ανέμων στον Ειρηνικό Ωκεανό, οι οποίοι συνδέονται με σημαντικές μετεωρολογικές αναστατώσεις σε παγκόσμια κλίμακα (6). Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Χσιάνγκ και των συναδέλφων του, η πιθανότητα ξεσπάσματος εμφύλιων συγκρούσεων διπλασιάζεται κατά τη διάρκεια των φαινομένων ENSO. Πρόκειται για την πρώτη απόδειξη του γεγονότος ότι η σταθερότητα των σύγχρονων κοινωνιών εξαρτάται σημαντικά από το παγκόσμιο κλίμα.
Η κλιματική αλλαγή έχει μετατραπεί σε «πολλαπλασιαστή απειλών» και τροποποιεί την πορεία των διεθνών σχέσεων. Τη hard security, η οποία αποτελεί κληρονομιά του ψυχρού πολέμου, διαδέχεται η naturalsecurity, μια έννοια η οποία δημιουργήθηκε από Αμερικανούς στρατιωτικούς που συνεργάστηκαν στους κόλπους του Κέντρου για μια Νέα Αμερικανική Ασφάλεια. Αυτή η δεξαμενή σκέψης δημιουργήθηκε το 2007 για να αντικρούσει τον κλιματικό σκεπτικισμό των νεοσυντηρητικών και για να εντοπίσει τις αναδυόμενες παγκόσμιες απειλές.
Οι αιτίες της περιβαλλοντικής ανασφάλειας δεν είναι πλέον δυνατόν να περιορίζονται στα καθαρά εξωγενή και φυσικά στοιχεία, όπως οι εκρήξεις ηφαιστείων, οι σεισμοί και τα τσουνάμι. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες, η επιτάχυνση των παραγωγικών κύκλων και η παγκοσμιοποίησή τους συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση του κλίματος. Ο νεολογισμός «ανθρωπόκαινος» περίοδος υποδηλώνει αυτό το υπέρμετρο οικολογικό αποτύπωμα των βιομηχανικών κοινωνιών πάνω στο γήινο σύστημα.
Στην Αρκτική, όπου οι πάγοι ενδέχεται να έχουν λειώσει εντελώς μέχρι τα τέλη του αιώνα και όπου οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του παγκόσμιου κλίματος είναι δύο φορές εντονότερες απ’ οπουδήποτε αλλού, οι διεκδικήσεις για τη χάραξη νέων χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων αναζωπυρώνουν τις εντάσεις ανάμεσα στις χώρες που γειτονεύουν με τον Βόρειο Πόλο (7). Η Ρωσία, η οποία εξερευνά την Αρκτική εδώ και αιώνες, είναι η μόνη χώρα που διαθέτει πυρηνικά παγοθραυστικά. Αυτή τη στιγμή, στα ναυπηγεία της Αγίας Πετρούπολης κατασκευάζεται ένα γιγάντιο μοντέλο πλοίου αυτού του τύπου, το οποίο θα καθελκυστεί το 2017 (8).
Η Μόσχα ανανεώνει επίσης τον στόλο των πλήρως αθόρυβων υποβρυχίων τέταρτης γενιάς που διαθέτει, τα οποία είναι σε θέση να εκτοξεύσουν πυραύλους που φέρουν πυρηνικές κεφαλές. Από την πλευρά των Αμερικανών, το άνοιγμα της Αρκτικής παρουσιάζεται τόσο ως ανέλπιστη εμπορική ευκαιρία απέναντι στην Ασία, όσο και ως μια δυνατότητα για ασφαλή πρόσβαση σε νέους ενεργειακούς πόρους (9).
Η τήξη των πάγων της Αρκτικής επιβάλλει τις δικές της ιδιαίτερες συστημικές επιπτώσεις. Η διακύμανση του πολικού στροβίλου, του παγωμένου ρεύματος αέρος που διατρέχει τον Βόρειο Πόλο, εξηγεί το κύμα ψύχους που ενέσκηψε στη Βόρειο Αμερική κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2013-2014. Όπως παρατηρεί ο ειδικός σε ζητήματα στρατιωτικής στρατηγικής Ζαν Μισέλ Βαλαντέν, «η αλληλεπίδραση που υπάρχει ανάμεσα στην Αρκτική και στην υπερθέρμανση του πλανήτη είναι κάτι το νέο στην ιστορία της στρατηγικής, επειδή μετατρέπει τη συνάντηση γεωγραφίας και γεωφυσικής που πραγματοποιείται σε αυτήν την περιοχή, σε μια νέα και παράξενη εξουσία, την οποία ονομάζουμε “περιβαλλοντική εξουσία της Αρκτικής”. Αυτή η εξουσία ασκείται σε πλανητική κλίμακα με μαζικές συνέπειες» (10).
Βέβαια, η τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Ομάδας Εμπειρογνωμόνων για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC ή GIEC στη γαλλική γλώσσα) υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη θεωρία, η οποία να μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι ενδέχεται να ξεσπάσουν ένοπλες συγκρούσεις στο Βόρειο Πόλο. Η τήξη των πάγων θα καταδείξει τον βαθμό της σταθερότητας των θεσμών που αποσκοπούν στη συνεργασία των χωρών που συνορεύουν με τους πόλους, όπως, για παράδειγμα, του Συμβουλίου της Αρκτικής. Οι σχέσεις αιτίου – αιτιατού αποδεικνύονται σύνθετες και ασταθείς, ενώ εξελίσσονται συνεχώς: οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τις κοινωνίες ανάλογα με την ανθεκτικότητα των κυρίαρχων σε αυτές πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων (11).
Στο βιβλίο του «Climate Wars», ο δημοσιογράφος Γκβύν Ντάιερ περιγράφει έναν κόσμο όπου η υπερθέρμανση του πλανήτη επιταχύνεται και όπου οι πρόσφυγες, θύματα των λιμών που προκαλεί η ξηρασία ή διωγμένοι από τη γη τους από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, προσπαθούν να φτάσουν μέχρι το Βόρειο Ημισφαίριο. Την ίδια στιγμή οι τελευταίες χώρες οι οποίες εξακολουθούν να έχουν αυτάρκεια τροφίμων και που βρίσκονται σε υψηλότερο γεωγραφικό πλάτος, οφείλουν να αμυνθούν, ακόμα και καταφεύγοντας στη χρήση πυρηνικών όπλων απέναντι σε γείτονες οι οποίοι γίνονται ολοένα και περισσότερο επιθετικοί, καθώς η Νότια Ευρώπη και οι όχθες της Μεσογείου έχουν πλέον μετατραπεί σε έρημο (12).
Απέναντι σε αυτό που ορισμένοι επιστήμονες αποκαλούν «ανθρωπογενή κλιματική διαταραχή», η «γεωμηχανική» (δηλαδή, η ηθελημένη παρέμβαση για ανακοπή της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη) προσπαθεί να ελέγξει το κλίμα της γης. Συνίσταται σε ένα σύνολο τεχνικών οι οποίες αποσκοπούν στην αφαίρεση ενός μέρους του υπερβάλλοντος άνθρακα που συσσωρεύεται στην ατμόσφαιρα (carbon dioxide removal) και στην ομαλότερη ρύθμιση της ηλιακής ακτινοβολίας (solar radiation management), εγκυμονώντας ωστόσο τον κίνδυνο μιας μείζονος διαταραχής των κοινωνιών και των οικοσυστημάτων. Για παράδειγμα, ο ψεκασμός θείου στην ατμόσφαιρα προϋποθέτει ότι το στρώμα που θα απλωθεί θα είναι αρκετά παχύ ώστε να επιτύχει ένα οπτικό φαινόμενο το οποίο θα επιφέρει τον περιορισμό της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στην ατμόσφαιρα του πλανήτη και, συνεπώς, θα δροσίσει τη Γη.
Αλλά η παρατήρηση των ηφαιστειακών εκρήξεων που εκλύουν μεγάλες ποσότητες θείου στην ατμόσφαιρα οδηγεί τους κλιματολόγους στο συμπέρασμα ότι, παρά το γεγονός ότι τα άτομα του θείου συμβάλλουν στην ψύξη της ατμόσφαιρας, συνεπάγονται επίσης και ξηρασίες σε περιφερειακό επίπεδο, ενώ ενδέχεται και να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των φωτοβολταϊκών συλλεκτών, να φθείρουν το στρώμα του όζοντος και να εξασθενήσουν τον παγκόσμιο υδρογεωλογικό κύκλο. Η τελευταία έκθεση του IPCC προειδοποιεί ότι, «χωρίς διεθνείς συμφωνίες οι οποίες θα καθορίζουν τον τρόπο και την κλίμακα στην οποία θα χρησιμοποιηθεί η γεωμηχανική, οι τεχνικές διαχείρισης της ηλιακής ακτινοβολίας εγκυμονούν γεωπολιτικούς κινδύνους. Δεδομένου δε ότι το κόστος αυτής της τεχνολογίας ανέρχεται σε μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, θα μπορούσε να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο και από μη κρατικούς φορείς ή από μικρά κράτη που θα ενεργούν για λογαριασμό τους, πυροδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο παγκόσμιες ή περιφερειακές συγκρούσεις».
Όπως επισημαίνει από την πλευρά του ο ψυχοκοινωνιολόγος Χάραλντ Βέλζερ, η κλιματική αλλαγή δεν δημιουργεί μονάχα νέους λόγους βίαιων συγκρούσεων: προκαλεί επίσης και νέες μορφές πολέμου. Η ακραία βία των συγκρούσεων υπερβαίνει το πλαίσιο των κλασικών θεωριών και «δημιουργεί πεδία δράσης για τα οποία τα βιώματα του εξαιρετικά ειρηνικού κόσμου του Δυτικού Ημισφαιρίου της μεταπολεμικής εποχής δεν παρέχουν κανένα πλαίσιο αναφοράς» (13). Ορισμένοι ασύμμετροι πόλεμοι μεταξύ των πληθυσμών και των πολέμαρχων που βρίσκονται στην υπηρεσία μεγάλων ιδιωτικών ομίλων τροφοδοτούν αδιακρίτως τις «αγορές της βίας», στις οποίες η κλιματική αλλαγή προσδίδει νέα, μεγαλύτερη ένταση. Το χάος στο Νταρφούρ, στο Σουδάν, το οποίο διαρκεί από το 1987, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αυτοκαταστροφικής δυναμικής, η οποία επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ορισμένα κράτη είναι εξαιρετικά ευάλωτα. Στο βόρειο τμήμα της Νιγηρίας, η υποβάθμιση του εδάφους ανέτρεψε τον τρόπο ζωής των αγροτών και των κτηνοτρόφων, αποτελώντας έναν από τους παράγοντες των μεταναστευτικών ροών στην περιοχή. Αρκετές εκατοντάδες χωριά εγκαταλείφθηκαν και η εσωτερική μετανάστευση συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση της περιοχής, ευνοώντας την ανάπτυξη του ισλαμιστικού κινήματος Μπόκο Χάραμ.
Η τελευταία έκθεση του IPCC προβαίνει στον ορισμό της έννοιας του «σύνθετου κινδύνου» (compound risk), ο οποίος υποδηλώνει τη σύγκλιση πολλαπλών επιπτώσεων σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή: «Επειδή μέχρι το 2050 η μέση θερμοκρασία του πλανήτη ενδέχεται να αυξηθεί κατά 2 έως 4°C σε σχέση με τα επίπεδα του έτους 2000, εάν συνεχιστούν οι υφιστάμενες τάσεις, υπάρχει μια δυναμική η οποία ενδέχεται να προκαλέσει μελλοντικά βαθιές αλλαγές στις μορφές της διαπροσωπικής βίας, στις συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες και στην κοινωνική αστάθεια».
Σε ένα βιβλίο που συνέγραψε ο Μάρσαλ Μπ. Μπούρκε, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ (Καλιφόρνια) και η ομάδα των συνεργατών του, προβλέπεται ότι μέχρι το 2030 οι ένοπλες συγκρούσεις θα έχουν αυξηθεί κατά 34%. Η μελέτη τους προβαίνει για πρώτη φορά στην αξιολόγηση των δυνητικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους πολέμους της Υποσαχάριας Αφρικής. Αναδεικνύει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους εμφύλιους πολέμους, την αύξηση της θερμοκρασίας και τη μείωση των βροχοπτώσεων, χρησιμοποιώντας τις εκτιμήσεις του IPCC για τις μέσες τιμές εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου την περίοδο 2020 – 2039 (14).
Τα κύματα των προσφύγων που θα προστρέξουν στις πύλες αυτής της νησίδας ευημερίας που είναι η Ευρώπη, ενδέχεται να συνεχίσουν να αυξάνονται κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του πολιτικού επιστήμονα Φρανσουά Ζεμάντ, «σήμερα, ο αριθμός των ατόμων που έχουν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν τον τόπο τους λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι αντίστοιχος εκείνων που τον εγκατέλειψαν λόγω πολέμων και βιαιοπραγιών» (15). Προσπαθούν να ξεφύγουν από πολέμους που διαδραματίζονται μακριά από τη Δύση, η οποία, παρά την ιστορική ευθύνη της στην υπερθέρμανση του κλίματος του πλανήτη, δυσανασχετεί όταν πρόκειται να τους αναγνωρίσει το καθεστώς του «περιβαλλοντικού πρόσφυγα». «Η άρνηση του όρου ισοδυναμεί με την άρνηση της ιδέας ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί έναν διωγμό εις βάρος των πλέον ευάλωτων πληθυσμών». Αυτοί οι πληθυσμοί έχουν μετατραπεί σε θύματα μιας διαδικασίας αλλαγών στη Γη, η οποία τους ξεπερνάει.

  1. (Σ.τ.Μ.) Περιοχή της Μέσης Ανατολής που δημιουργήθηκε από προσχώσεις ποταμών, η οποία σχηματίζει ένα τόξο κύκλου, από την κοιλάδα του Νείλου έως τον Περσικό κόλπο, περιλαμβάνοντας τις λεκάνες του Τίγρη και του Ευφράτη. Η γονιμότητά της επέτρεψε την εμφάνιση των πρώτων μεγάλων πολιτισμών.
  2. «Syria: Drought driving farmers to the cities», IRIN News, 2 Σεπτεμβρίου 2009, irinnews.org.
  3. Gary Nabhan, «Drought drives Middle Eastern pepper farmers out of business, threatens prized heirloom chiles», Grist.org, 16 Ιανουαρίου 2010.
  4. «The Arab Spring and climate change», The Center for Climate and Security, Ουάσιγκτον, Φεβρουάριος
  5. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America (PNAS), τόμος 112, n°11, Ουάσιγκτον, 17 Μαρτίου
  6. Solomon M. Hsiang, Kyle C. Meng και Mark A. Cane, «Civil conflicts are associated with the global climate», Nature, τόμος 476, n°7361, Λονδίνο, 25 Αυγούστου
  7. Βλέπε Gilles Lapouge, «Fascination pour les pôles», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος
  8. «Russia lays down world’s largest icebreaker», «Russia Today», 5 Νοεμβρίου 2013, rt.com.
  9. «National strategy for the Arctic region», Λευκός Οίκος, Ουάσιγκτον, 10 Μαΐου 2013, white-house.gov.
  10. Jean-Michel Valantin, «The worming Arctic, a hyper strategic analysis», The Red (Team) Analysis Society, 20 Ιανουαρίου 2014, redanalysis.org.
  11. Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), Climate change 2014, Impacts, Adaptation and Vulnerability, τόμος 2, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ και Νέα Υόρκη, 2014.
  12. Gwynne Dyer, «Climate Wars: The Fight for Survival at the World Overheats», Oneworld Publications, Λονδίνο, 2010.
  13. Harald Welzer, «Les Guerres du climat. Pourquoi on tue au XXI siècle», Gallimard, συλλογή «NRF essais», Παρίσι, 2009.
  14. Burke, Edward Miguel, Shanker Satyanath, John A. Dukema και David B. Lobell, «Warming increases the risk of civil war in Africa», PNAS, τόμος 106, n°49, 23 Νοεμβρίου 2009.
  15. Naomi Klein, Susan George και Desmond Tutu (υπό τη διεύθυνση του), «Stop crime climatique. L’appel de la société civile pour sortir de l’âge des fossiles», Seuil, συλλογή «L’Anthropocène», 2015.